Ενδοκαρδίτιδα

Είναι η λοίμωξη των βαλβίδων της καρδιάς (μιτροειδούς, αορτικής, τριγλώχινας), φυσικών ή προσθετικών.

  Προσβάλλονται κυρίως άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες όπως: η προϋπάρχουσα προσθετική βαλβίδα, η προϋπάρχουσα βαλβιδοπάθεια από ρευματική νόσο ή συγγενώς (στροβιλώδης ροή αίματος πέριξ της βαλβίδας για οποιοδήποτε λόγο) και η ενδοφλέβια χρήση ουσιών. Στους ασθενείς αυτούς μια παροδική βακτηριαιμία όπως π.χ με στρεπτόκκκο της χλωρίδας του στόματος κατά τη διάρκεια οδοντιατρικής πράξης μπορεί να οδηγήσει σε λοίμωξη της βαλβίδας. Αποτέλεσμα της λοίμωξης είναι η σταδιακή βλάβη της λειτουργίας της βαλβίδας (ανεπάρκεια) και τελικά της ίδιας της καρδιάς, καθώς και η διασπορά του βακτηρίου μέσω της κυκλοφορίας του αίματος σε όλο το σώμα.

  Πρώτο αίτιο είναι ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus). Ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος προκαλεί οξεία ενδοκαρδίτιδα που καταστρέφει ταχέως τη λειτουργία της βαλβίδας, φυσικής ή προσθετικής. Ακολουθούν οι στρεπτόκοκκοι (της ομάδας των πρασινιζόντων – χλωρίδα στόματος) που παραδοσιακά θεωρούνταν ως πρόσφατα το συχνότερο παθογόνο. Ακολουθούν οι εντερόκοκκοι και οι επιδερμικοί σταφυλόκοκκοι (Coagulase – Negative Staphylococci). Λιγότερο συχνά παθογόνα είναι οι μύκητες (σε προσθετικές βαλβίδες), η βρουκέλλωση, η Bartonela henselae κ.ά.  

  Οι ενδοκαρδίτιδες εκδηλώνονται ως οξείες ή υποξείες λοιμώξεις. Συνήθως υπάρχει πυρετός με ρίγος ή φρίκια για εβδομάδες ή και μήνες, που ανταποκρίνεται στα συνήθη αντιβιοτικά αλλά επανεμφανίζεται μόλις αυτά κοπούν. Έτσι οι ασθενείς εισάγονται στο νοσοκομείου για την αντιμετώπιση παρατεινόμενου εμπυρέτου. Άλλα συμπτώματα είναι: εξάνθημα σε κνήμες – παλάμες – πέλματα, δύσπνοια, κακουχία – εύκολη κόπωση.

  Η ενδοκαρδίτιδα προσθετικής (ή αλλιώς μεταλλικής) βαλβίδας εμφανίζεται το πρώτο χρόνο μετά το χειρουργείο αντικατάστασης βαλβίδας και συνήθως εισβάλλει με υψηλό πυρετό – ρίγη. Έτσι η διάγνωση σπάνια διαλάθει.

  Οι επιπλοκές της νόσου είναι πολλές και σοβαρές: πνευμονικό οίδημα – καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρές αρρυθμίες, εγκεφαλικό επεισόδιο, μετάσταση της λοίμωξης οπουδήποτε στο σώμα κ.ά.

  Η διάγνωση απαιτεί τη κλινική υποψία του ιατρού. Ιδίως η παρουσία κατά την εξέταση νέου φυσήματος στην ακρόαση της καρδιάς καθιστά τη διάγνωση πιο πιθανή. Αυτή τελικά τίθεται με την ανίχνευση μικροβίου στο αίμα του ασθενή (δηλ. θετικές αιμοκαλλιέργειες) και με συμβατό υπερηχογράφημα καρδιάς, διαθωρακικό ή διοισοφάγειο (όπου η κεφαλή του υπερήχου προωθείται στον οισοφάγο του ασθενή υπό ελαφρά νάρκωση). Εκεί διαπιστώνεται η παρουσία εκβλάστησης πάνω στη βαλβίδα που πάσχει (μισχωτό προβάλλον μόρφωμα από ινική – αιμοπετάλια – μικροοργανισμούς). Άλλα ευρήματα κατά τη διάγνωση είναι: αναιμία (χαμηλός αιματοκρίτης), αυξημένοι δείκτες φλεγμονής, αιματουρία, αποστήματα πνευμόνων ή σπληνός ή νεφρού ή αλλού.

  Η θεραπεία συνιστάται στη χορήγηση υψηλών δόσεων βακτηριοκτόνων αντιβιοτικών για τουλάχιστον 6 εβδομάδες, εντός του νοσοκομείου και υπό στενή παρακολούθηση.

  Ενίοτε η φαρμακευτική αγωγή δεν αρκεί, παρά χρειάζεται και χειρουργική αντιμετώπιση της λοίμωξης, δηλαδή αντικατάσταση της βαλβίδας με νέα. Ενδείξεις για χειρουργική αντιμετώπιση ενδοκαρδίτιδας είναι:

  • η οξεία ανεπάρκεια της βαλβίδας ή το πνευμονικό οίδημα.
  • η εμμένουσα βακτηριαιμία παρά την αγωγή.
  • το απόστημα πέριξ της βαλβίδας.
  • η εύρεση δύσκολου παθογόνου που δεν αντιμετωπίζεται μόνο φαρμακευτικά όπως ο S.aureus, η βρουκέλλα, οι μύκητες.

  Ειδική περίπτωση ενδοκαρδίτιδας είναι η λοίμωξη καλωδίων βηματοδότη ή απινιδιστή. Συνήθως συμβαίνουν τα πρώτα χρόνια μετά τη τοποθέτηση τους.

  Δυστυχώς απαιτείται πάντοτε η αφαίρεση του ξένου σώματος (θήκη και καλώδια βηματοδότη ή απινιδιστή) και η τοποθέτηση νέου συστήματος σε δεύτερο χρόνο. Αν όμως η λοίμωξη αφορά μόνο τη θήκη του βηματοδότη στο δέρμα και αποκλειστεί η επέκταση της στα καλώδια και δεν υπάρχει μικρόβιο στη κυκλοφορία του αίματος, μπορεί να γίνει προσπάθεια διάσωσης του βηματοδότη αλλάζοντας τη θέση της θήκης στο υποδόριο.